7.
Η ομιλία στον Ναβακάμμικα
203.
Κάποτε ο Ευλογημένος διέμενε στους Κοσάλα, σε κάποιο δασώδες άλσος.
Εκείνη την περίοδο ο βραχμάνος Ναβακαμμικαμπαράντβατζα επέβλεπε οικοδομικές εργασίες σε εκείνο το δασώδες άλσος.
Ο βραχμάνος Ναβακαμμικαμπαράντβατζα είδε τον Ευλογημένο να κάθεται στη βάση κάποιου δένδρου σάλα, διασταυρώνοντας τα πόδια του, κρατώντας το σώμα του ευθύ, εδραιώνοντας τη μνήμη μπροστά στο πρόσωπο.
Αφού το είδε, του ήρθε αυτή η σκέψη:
«Εγώ επιβλέποντας οικοδομικές εργασίες σε αυτό το δασώδες άλσος χαίρομαι.
Αυτός ο ασκητής Γκόταμα τι επιβλέποντας χαίρεται;»
Τότε ο βραχμάνος Ναβακαμμικαμπαράντβατζα πλησίασε τον Ευλογημένο.
Αφού πλησίασε, απευθύνθηκε στον Ευλογημένο με στίχο:
Αφού μόνος στο δάσος, τέρψη βρίσκει ο Γκόταμα;»
το δάσος μου των νοητικών μολύνσεων έχει κοπεί από τη ρίζα·
εγώ στο δάσος χωρίς νοητικές μολύνσεις, χωρίς αγκάθι,
μόνος χαίρομαι, έχοντας εγκαταλείψει τη δυσαρέσκεια».
Όταν αυτό ειπώθηκε, ο βραχμάνος Ναβακαμμικαμπαράντβατζα είπε στον Ευλογημένο: «Θαυμάσιο, αγαπητέ Γκόταμα... κ.λπ... Ας με θεωρεί ο αξιότιμος Γκόταμα λαϊκό ακόλουθο που έχει καταφύγει στο καταφύγιο εφ' όρου ζωής από σήμερα και στο εξής».