Loading...

Paliverse

Αναζήτηση Ρώτησε το PaliVerse Είσοδος

The PaliVerse Project

A Universe of Wisdom
100%
Γραμματοσειρά
Θέμα
Πλοήγηση και Αναζήτηση

Πώς μπορώ να βοηθήσω;

Previous 10. Το βιβλίο των δέκα

11.

Το βιβλίο των έντεκα

455.

Η τζάτακα της Ματουπόσακα (1)

1.

Με τον αποχωρισμό αυτού του ελέφαντα, αναπτύχθηκαν σαλλακί και κουτάτζα·

Κουρουβίντα και καραβίρα και τισασάμα, και σε ήρεμο μέρος ανθισμένες κανικάρες.

2.

Κάπου αυτοί με τα χρυσά βραχιόλια, τρέφουν τον βασιλιά των ελεφάντων με προσφερόμενη τροφή·

Εκεί όπου ο βασιλιάς ή ο πρίγκιπας, θα συντρίψει τον θώρακα ατρόμητος.

3.

Πάρε, ελέφαντα, μια μπουκιά, μη γίνεις, ελέφαντα, αδύνατος·

πολλά βασιλικά καθήκοντα, αυτά, ελέφαντα, θα εκτελέσεις.

4.

Αυτή βέβαια η δύστυχη, τυφλή χωρίς οδηγό·

Κούτσουρο με το πόδι χτυπά, προς το βουνό Τσαντόρανα.

5.

Ποια είναι αυτή σε σένα, μεγάλε ελέφαντα, τυφλή χωρίς οδηγό;

Κούτσουρο με το πόδι χτυπά, προς το βουνό Τσαντόρανα.

6.

Η μητέρα μου αυτή, μεγάλε βασιλιά, τυφλή χωρίς οδηγό·

Κούτσουρο με το πόδι χτυπά, προς το βουνό Τσαντόρανα.

7.

Απελευθερώστε αυτόν τον μεγάλο ελέφαντα, αυτόν που συντηρεί τη μητέρα του·

ας συναντηθεί ο ελέφαντας με τη μητέρα του, μαζί με όλους τους συγγενείς του.

8.

Απελευθερωμένος από τα δεσμά ο ελέφαντας, αφού πήρε το απελευθερωμένο ο ελέφαντας·

αφού ξεκουράστηκε για λίγο, πήγε εκεί όπου ήταν το βουνό.

9.

Τότε αυτός αφού πήγε στη λίμνη με τα λωτά, δροσερή, που συχνάζουν ελέφαντες·

αφού πήρε νερό με την προβοσκίδα, ράντισε τη μητέρα.

10.

Ποιος αυτός ο μη ευγενής θεός, που ακόμα και εκτός εποχής βρέχει;

Έφυγε ο γιος μου, αυτός που ήταν ο υπηρέτης μου.

11.

Σήκω, μητέρα, γιατί κοιμάσαι; Ήρθα σε σένα εγώ, ο γιος σου·

Ελευθερώθηκα από τον βασιλιά των Κασί, τον ένδοξο Βεντέχα.

12.

Για πολύ καιρό ας ζήσει εκείνος ο βασιλιάς, αυτός που αυξάνει το βασίλειο των Κασί·

αυτός που απελευθέρωσε τον γιο μου, πάντα σεβόμενος τους μεγαλύτερους».

Η τζάτακα της Ματουπόσακα, πρώτη.

456.

Η τζάτακα της Τζούνχα (2)

13.

Άκουσε τα λόγια μου, άρχοντα των ανθρώπων, με σκοπό σε σένα τον λαμπρό εδώ έφτασα·

Όταν ένας βραχμάνος ταξιδιώτης στέκεται, δεν πρέπει να φύγει, είπαν, ω άρχοντα των διπόδων, ανώτερε.

14.

Ακούω, στέκομαι, μίλα, Βράχμα, για ποιον σκοπό έφτασες εδώ·

Ή τι όφελος επιθυμώντας από μένα, ήλθες εδώ, Βράχμα; Αυτό, σε παρακαλώ, πες μου.

15.

Δώσε μου πέντε εκλεκτά χωριά, εκατό δούλες, επτακόσια βόδια·

και περισσότερα από χίλια χρυσά νομίσματα, και δύο συζύγους όμοιες με μένα δώσε μου.

16.

Μήπως ο αυστηρός ασκητισμός σου, βραχμάνε, έχει τρομερή μορφή, μήπως τα ξόρκια σου, βραχμάνε, έχουν ποικίλη μορφή·

μήπως έχεις κάποιους υπάκουους δαίμονες, ή γνωρίζεις άμεσα κάποιο όφελος που έχω κάνει για σένα;

17.

Δεν έχω αυστηρό ασκητισμό ούτε και ξόρκια, ούτε κάποιους υπάκουους δαίμονες έχω·

ούτε γνωρίζω άμεσα κάποιο όφελος που έχεις κάνει για μένα, στο παρελθόν όμως υπήρξε μόνο μια συνάντηση.

18.

Αυτή είναι η πρώτη θέα σου για μένα που γνωρίζω, δεν σε αναγνωρίζω από πριν·

πες μου ρωτημένος αυτό το νόημα, πότε ή πού ήταν η συνάντησή μας.

19.

Στην ωραία πόλη του βασιλιά της Γκαντάρα, κατοικούσαμε στην Τακκασίλα, θεέ·

Εκεί στο σκοτάδι της νύχτας, ώμο με ώμο συγκρουστήκαμε.

20.

Αυτοί εκεί στεκόμενοι και οι δύο, ω άρχοντα των ανθρώπων, αξιομνημόνευτη συζήτηση ολοκληρώσαμε εκεί·

Αυτή ακριβώς ήταν μόνο μια συνάντησή μας, μετά από αυτό ούτε ύστερα ούτε πριν υπήρξε.

21.

Όταν κάποτε μεταξύ των ανθρώπων, Βράχμα, συνάντηση με ενάρετο άτομο γίνεται·

οι σοφοί τη συνάντηση και την οικειότητα, ή ακόμα και αυτό που έγινε στο παρελθόν δεν καταστρέφουν.

22.

Οι ανόητοι πράγματι τη συνάντηση και την οικειότητα, ή ακόμα και αυτό που έγινε στο παρελθόν καταστρέφουν·

Ακόμα και πολλά που έγιναν στους ανόητους χάνονται, διότι έτσι οι ανόητοι είναι αχάριστοι στη φύση τους.

23.

Οι σοφοί πράγματι τη συνάντηση και την οικειότητα, ή ακόμα και αυτό που έγινε στο παρελθόν δεν καταστρέφουν·

ακόμη και λίγο που γίνεται στους σοφούς δεν χάνεται, διότι έτσι οι σοφοί είναι ευγνώμονες στη φύση τους.

24.

Σου δίνω πέντε εκλεκτά χωριά, εκατό δούλες, επτακόσια βόδια·

και περισσότερα από χίλια χρυσά νομίσματα, και δύο συζύγους όμοιες με σένα σου δίνω.

25.

Έτσι των αγαθών γίνεται συναντώντας, βασιλιά, όπως ο βασιλιάς των αστερισμών για τα άστρα·

Γεμίζω, κύριε των Κάσι, έτσι εγώ, με σένα επίσης η συνάντησή μου σήμερα αποκτήθηκε».

Η τζάτακα της Τζούνχα, δεύτερη.

457.

Η τζάτακα του Ντχαμμαντεβαπούττα (3)

26.

Δημιουργός φήμης, δημιουργός αξιέπαινων πράξεων είμαι εγώ, πάντα υμνούμενος από ασκητές και βραχμάνους·

άξιος της οδού, τιμώμενος από θεούς και ανθρώπους, εγώ είμαι η δικαιοσύνη· δώσε μου, αδικία, την οδό.

27.

Ανεβασμένος γερά στο όχημα της αδικίας, ατρόμητος, είμαι δυνατός·

για ποιο λόγο σε σένα σήμερα να έδινα, εγώ Δίκαιε, οδό μη δοσμένη πριν;

28.

Η Διδασκαλία πράγματι εμφανίστηκε πρώτα, μετά το μη σύμφωνο με τη Διδασκαλία εγέρθηκε στον κόσμο·

Και πρωτότοκος και άριστος και αιώνιος, παραμέρισε από τον δρόμο του πρωτότοκου, νεότερε.

29.

Ούτε με παράκληση ούτε με κατάλληλα λόγια, ούτε επειδή είσαι άξιος θα σου έδινα την οδό·

Και ας γίνει μάχη μεταξύ μας δύο σήμερα, αυτού που θα νικήσει στη μάχη είναι η οδός.

30.

Έχω διαδοθεί σε όλες τις κατευθύνσεις, με μεγάλη δύναμη, με αμέτρητη δόξα, ασύγκριτος·

προικισμένος με όλες τις αρετές, εγώ είμαι η δικαιοσύνη· αδικία, πώς εσύ θα νικήσεις;

31.

Με χαλκό πράγματι χτυπιέται ο χρυσός, όχι με χρυσό χτυπούν τον χαλκό·

Αν το μη σύμφωνο με τη Διδασκαλία χτυπήσει τη Διδασκαλία σήμερα, το σίδερο θα είναι αξιοθέατο σαν χρυσάφι.

32.

Αν εσύ είσαι δυνατός στη μάχη, αδικία, δεν υπάρχουν για σένα ούτε μεγαλύτεροι ούτε σεβαστοί·

και την οδό σου δίνω με αγαπητό ή μη αγαπητό τρόπο, και τα κακώς ειπωμένα λόγια σου υπομένω.

33.

Και ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Άντχαμμα, έπεσε με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω·

«Αν επιθυμώντας πόλεμο δεν αποκτώ πόλεμο», τόσο μόνο χρειάστηκε για να καταστραφεί ο Άντχαμμα.

34.

Ο δυνατός στην υπομονή, νικώντας τη δύναμη της μάχης, χτυπώντας το άδικο, ρίχνοντάς το στο έδαφος·

ευτυχισμένος ανέβηκε στο άρμα, μέσω της οδού, ο υπερδύναμος, με αληθινή προσπάθεια.

35.

Η μητέρα, ο πατέρας και οι ασκητές και βραχμάνοι, που δεν τιμώνται στο δικό του σπίτι·

ακριβώς εδώ αφήνοντας κάτω το σαρκικό σώμα, με την κατάρρευση του σώματος στην κόλαση πηγαίνουν αυτοί·

όπως ο Άντχαμμο έπεσε με το κεφάλι προς τα κάτω.

36.

Η μητέρα, ο πατέρας και οι ασκητές και βραχμάνοι, που τιμώνται καλά στο δικό του σπίτι·

ακριβώς εδώ αφήνοντας κάτω το σαρκικό σώμα, με την κατάρρευση του σώματος στον καλότυχο κόσμο πηγαίνουν αυτοί·

όπως ακριβώς ο Ντάμμα ανεβαίνοντας στο άρμα.

Η τζάτακα του Ντχαμμαντεβαπούττα, τρίτη.

458.

Η τζάτακα του Ουντάγια (4)

37.

Μόνη καθισμένη, αγνή, με καλοτοποθετημένους μηρούς, αφού ανέβηκε στο παλάτι, με άψογο σώμα·

Σε παρακαλώ, εσένα με μάτια σαν της κιννάρας, αυτή τη μία νύχτα ας μείνουμε μαζί και οι δύο.

38.

Με τάφρους πυκνές ανάμεσα, με στέρεους πύργους και πρόπυλα·

Προστατευμένη από ξιφοφόρους, δυσπρόσιτη είναι αυτή η πόλη.

39.

Για έναν νέο, έναν νεαρό επίσης, δεν υπάρχει έλευση·

τότε με ποιον λόγο ποθείς συνάντηση μαζί μου;

40.

Δαίμονας είμαι εγώ, όμορφη, ήρθα κοντά σου·

Εσύ κάνε με να χαρώ, σεβάσμια, σου δίνω ένα γεμάτο μπολ.

41.

Θεό ή δαίμονα ή ακόμη και άνθρωπο, δεν επιθυμώ άλλον πέρα από τον Ουντάγια·

Πήγαινε λοιπόν εσύ, δαίμονα με μεγάλη δύναμη, και αφού φύγεις μην επιστρέψεις ξανά.

42.

Αυτή η τέρψη που είναι η ύψιστη για όσους απολαμβάνουν ηδονές, εξαιτίας της οποίας τα όντα συμπεριφέρονται άδικα·

μην αυτή την τέρψη νικήσεις εσύ με το χαμόγελό σου, σου δίνω χρήματα γεμάτο μπρούτζινο δοχείο.

43.

Όταν ένας άνδρας πείθει μια γυναίκα με πλούτη, την εξυψώνει εκεί όπου αναπτύσσει επιθυμία·

Η θεϊκή σου φύση είναι αντίθετη, από εμένα προσωπικά αναζητείς με λιγότερα.

44.

Η ζωή και η ομορφιά στον κόσμο των ανθρώπων, φθίνουν για τους ανθρώπους με καλή μοίρα·

Με αυτή ακριβώς την ομορφιά και ο πλούτος σου, φθίνει· πιο γερασμένη είσαι σήμερα.

45.

Έτσι σε μένα που παρατηρώ, βασιλοπούλα ένδοξη·

μειώνεται η ομορφιά σου, με το πέρασμα των ημερών και νυχτών.

46.

Με αυτή ακριβώς την ηλικία, βασιλοπούλα σοφή·

αν ζούσες την άγια ζωή, θα ήσουν ακόμα πιο όμορφη.

47.

Οι θεοί δεν γηράσκουν όπως οι άνθρωποι, στα σώματά τους ρυτίδες δεν υπάρχουν·

Σε ρωτώ εσένα, δαίμονα με μεγάλη δύναμη, πώς άραγε είναι το σώμα των θεών;

48.

Οι θεοί δεν γηράσκουν όπως οι άνθρωποι, στα σώματά τους ρυτίδες δεν υπάρχουν·

μέρα με τη μέρα περισσότερη είναι η θεϊκή τους ομορφιά και άφθονα τα πλούτη τους.

49.

Από τι εδώ φοβάται το πολυάριθμο πλήθος, και η οδός με πολλά επίπεδα έχει διακηρυχθεί·

σε ρωτώ εσένα, δαίμονα με μεγάλη δύναμη, πού στεκόμενος δεν θα φοβόταν τον μεταθανάτιο κόσμο;

50.

Κατευθύνοντας ορθά την ομιλία και τον νου, μη κάνοντας κακά με το σώμα·

κατοικώντας σε σπίτι με άφθονη τροφή και ρόφημα, πιστός, ευγενικός, μοιραζόμενος, γενναιόδωρος·

αυτός που συγκεντρώνει, ευγενικός, με απαλή ομιλία, εδώ εδραιωμένος δεν θα φοβόταν τον μεταθανάτιο κόσμο.

51.

Με καθοδηγείς, δαίμονα, όπως μητέρα, όπως πατέρας·

εσένα με την υπέροχη ομορφιά ρωτώ, ποιος είσαι, ευγενή;

52.

Εγώ είμαι ο Ουντάγια, όμορφη, ήρθα εδώ λόγω της υπόσχεσης·

αφού σε ειδοποιήσω φεύγω, απελευθερώθηκα από την υπόσχεσή σου.

53.

Αν εσύ είσαι ο Ουντάγια, ήρθες εδώ λόγω της υπόσχεσης·

καθοδήγησέ με, βασιλόπουλο, ώστε να υπάρξει πάλι συνάντηση.

54.

Περνά γρήγορα η ηλικία, η στιγμή επίσης, δεν υπάρχει σταθερότητα, σίγουρα πεθαίνουν τα όντα·

Φθείρεται το ασταθές σώμα, Ουντάγιε, μην αμελείς, άσκησε τη Διδασκαλία.

55.

Ολόκληρη η γη γεμάτη πλούτο, αν ήταν ενός μόνο, χωρίς να εξαρτάται από άλλον·

και αυτό το εγκαταλείπει αυτός που δεν είναι χωρίς πάθος, Ουντάγιε, μην αμελείς, άσκησε τη Διδασκαλία.

56.

Η μητέρα και ο πατέρας και τα αδέλφια, και η σύζυγος που αγοράστηκε με πλούτη·

Και αυτοί εγκαταλείπουν ο ένας τον άλλον, Ουντάγιε, μην αμελείς, άσκησε τη Διδασκαλία.

57.

Γνωρίζοντας ότι το σώμα είναι τροφή για άλλους, στην περιπλάνηση στον κύκλο των επαναγεννήσεων και στον καλότυχο κόσμο και στον κακότυχο κόσμο·

γνωρίζοντας ότι η διαμονή είναι σύντομη, Ουντάγιε, μην αμελείς, άσκησε τη Διδασκαλία.

58.

Καλώς μιλά αυτός ο δαίμονας, λίγη είναι η ζωή των θνητών·

Και δύσκολη και μικρή, και αυτή συνδεδεμένη με οδύνη·

Έτσι εγώ μόνη θα αναχωρήσω, αφήνοντας την Κάσι και τη Σουρουντχάνα.»

Η τζάτακα του Ουντάγια, τέταρτη.

459.

Η τζάτακα της Πανίγια (5)

59.

Φίλος του φίλου πόσιμο νερό, μη δοσμένο κατανάλωσα·

με αυτό μετά αηδίασα, αυτό το κακό διαπράχθηκε από εμένα·

μη πάλι διαπράττω κακό, για αυτό αναχωρητής εγώ.

60.

Και βλέποντας τη γυναίκα άλλου, εγέρθηκε σε μένα επιθυμία·

με αυτό μετά αηδίασα, αυτό το κακό διαπράχθηκε από εμένα·

μη πάλι διαπράττω κακό, για αυτό αναχωρητής εγώ.

61.

Τον πατέρα μου, μεγάλε βασιλιά, κλέφτες άρπαξαν στο δάσος·

Από αυτούς εγώ ρωτημένος, γνωρίζοντας, διαφορετικά τον εξήγησα.

62.

με αυτό μετά αηδίασα, αυτό το κακό διαπράχθηκε από εμένα·

μη πάλι διαπράττω κακό, για αυτό αναχωρητής εγώ.

63.

Φόνο έμβιων όντων διέπραξαν, όταν η θυσία σόμα παρουσιάστηκε·

σε αυτούς εγώ συναίνεσα, με αυτό μετά αηδίασα.

64.

Αυτό το κακό διαπράχθηκε από εμένα, μη πάλι διαπράττω κακό·

για αυτό αναχωρητής εγώ.

65.

Οινοπνευματώδη ποτά, ηδύποτα και μελίτες, οι άνθρωποι που πρώτοι ήταν στο χωριό μας·

αυτοί προς συμφορά πολλών, το πόσιμο μεθυστικό ετοίμασαν.

66.

Σε αυτούς εγώ συναίνεσα, με αυτό μετά αηδίασα·

Αυτό το κακό διαπράχθηκε από εμένα, μη πάλι διαπράττω κακό·

για αυτό αναχωρητής εγώ.

67.

Αλίμονο στις τόσο πολλές ηδονές, στις δύσοσμες, στις γεμάτες αγκάθια·

τις οποίες εγώ επιδιδόμενος, δεν απέκτησα τέτοια ευτυχία.

68.

Με μεγάλη απόλαυση, ευχάριστες οι ηδονές, δεν υπάρχει πέρα από τις ηδονές ευτυχία·

αυτοί που επιδίδονται στις ηδονές, στον ευδαιμονικό κόσμο επαναγεννιούνται.

69.

Με λίγη απόλαυση, οδυνηρές οι ηδονές, δεν υπάρχει πέρα από τις ηδονές δυστυχία·

αυτοί που επιδίδονται στις ηδονές, στην κόλαση επαναγεννιούνται.

70.

Όπως σπαθί καλά ακονισμένο, όπως ξίφος εύχρηστο·

όπως λόγχη ριγμένη στο στήθος, οι ηδονές πιο οδυνηρές από αυτά.

71.

Όπως λάκκο με αναμμένα κάρβουνα, βαθύτερο από ανθρώπινο ανάστημα·

όπως υνί ζεσταμένο όλη μέρα, οι ηδονές πιο οδυνηρές από αυτά.

72.

Όπως θανατηφόρο δηλητήριο, όπως λάδι που βράζει·

όπως λιωμένος χαλκός, οι ηδονές πιο οδυνηρές από αυτά.

Η τζάτακα της Πανίγια, πέμπτη.

460.

Η τζάτακα του Γιουντάντζαγια (6)

73.

Περικυκλωμένον από φίλους και υπουργούς, εγώ τιμώ τον ταύρο μεταξύ των αρματηλατών·

Θα αναχωρήσω, βασιλιά, ας το εγκρίνει η μεγαλειότητά σας.

74.

«Αν σου λείπει κάτι από τις ηδονές, εγώ θα σε ικανοποιήσω·

Όποιον σε βλάπτει, θα τον εμποδίσω, μην αναχωρήσεις, Γιουντάντζαγια.»

75.

Δεν μου λείπει τίποτα από τις ηδονές, κανείς που με βλάπτει δεν υπάρχει·

και νησί επιθυμώ να δημιουργήσω, που το γήρας δεν κατακλύζει.

76.

Είτε ο γιος ζητάει από τον πατέρα, είτε ο πατέρας από τον γνήσιο γιο·

ο κόσμος της πόλης σε ικετεύει, αγαπητέ, μην αναχωρήσεις, Γιουντάντζαγια.

77.

Μη με εμποδίζεις, θεέ, εμένα που αναχωρώ, ταύρε των αρματηλατών·

Μη γίνω εγώ μεθυσμένος από τις ηδονές, υποταγμένος στην εξουσία του γήρατος.

78.

Εγώ σε παρακαλώ, αγαπητέ, εγώ, γιε μου, θα σε αποτρέψω·

για πολύ καιρό επιθυμώ να σε βλέπω, μην αναχωρήσεις, Γιουντάντζαγια.

79.

Όπως η δροσιά στην άκρη του χόρτου, προς την ανατολή του ήλιου·

έτσι είναι η ζωή των ανθρώπων, μη με εμποδίζεις, μητέρα.

80.

Διασχίζοντας, ας ανεβάσει αυτήν στο όχημα, ταύρε των αρματηλατών·

Ας μη γίνει η μητέρα μου εμπόδιο σε μένα που διασχίζω.

81.

Τρέξτε, σεβάσμιοι, άδεια θα είναι η Ραμμάκα·

Ο Γιουντάντζαγιο επιτράπηκε, από τον βασιλιά Σαμπαντάττα.

82.

Αυτός που ήταν ο άριστος ανάμεσα σε χίλιους, νεαρός όμοιος με χρυσάφι·

αυτός ο νέος αναχώρησε, φορώντας ώχρινα ρούχα, δυνατός.

83.

Και οι δύο πρίγκιπες αναχώρησαν, ο Γιουντάντζαγιο και ο Γιουντχίτθιλα·

έχοντας εγκαταλείψει μητέρα και πατέρα, κόβοντας την προσκόλληση του θανάτου.

Η τζάτακα του Γιουντάντζαγια, έκτη.

461.

Η τζάτακα του Ντασαράθα (7)

84.

Ελάτε Λακκχάνα και Σίτα, και οι δύο κατεβείτε στο νερό·

Έτσι αυτός ο Μπαράτα είπε: «Ο βασιλιάς Ντασαράθα πέθανε».

85.

Με ποια δύναμη του Ράμα, αυτό που πρέπει να θρηνηθεί δεν θρηνείς;

Ακούγοντας ότι ο πατέρας πέθανε, δεν σε καταβάλλει η δυστυχία.

86.

Αυτό που δεν είναι δυνατόν να προστατευθεί, από άνθρωπο που θρηνεί πολύ·

αυτός γιατί, νοήμονας και ευφυής, να βασανίζει τον εαυτό του;

87.

Νεαροί και μεγαλύτεροι, όσοι είναι αδαείς και όσοι σοφοί·

Πλούσιοι και φτωχοί, όλοι προς τον θάνατο πορεύονται.

88.

Όπως των ώριμων καρπών, πάντα υπάρχει φόβος από την πτώση·

Έτσι των γεννημένων θνητών, πάντα υπάρχει φόβος από τον θάνατο.

89.

Το βράδυ κάποιοι δεν φαίνονται, που το πρωί είχαν ιδωθεί πολύ κόσμος·

Το πρωί κάποιοι δεν φαίνονται, που το βράδυ είχαν ιδωθεί πολύ κόσμος.

90.

Αν κάποιος θρηνώντας, κάποιο όφελος θα κέρδιζε·

παραπλανημένος βλάπτοντας τον εαυτό του, θα το έκανε ο διορατικός.

91.

Αδύνατος και χλωμός γίνεται, βλάπτοντας τον εαυτό του με τον εαυτό του·

Δεν προστατεύονται τα φαντάσματα μέσω αυτού, ανώφελος είναι ο θρήνος.

92.

Όπως ένα καταφύγιο που φλέγεται, με νερό θα έσβηνε·

έτσι ακόμη ο σταθερός μορφωμένος, ο ευφυής σοφός άνθρωπος·

τη γρήγορα αναδυόμενη λύπη, όπως ο άνεμος το βαμβάκι θα διασκορπίσει.

93.

Ο θνητός μόνος του φεύγει, μόνος του γεννιέται σε οικογένεια·

οι απολαύσεις όλων των όντων έχουν ως υπέρτατο τη σύνδεση.

94.

Για αυτό λοιπόν για τον σοφό, τον πολυμαθή, που βλέπει καθαρά αυτόν τον κόσμο και τον άλλο·

έχοντας γνωρίσει τη Διδασκαλία, την καρδιά και τον νου, λύπες ακόμα και μεγάλες δεν τον καίνε.

95.

Εγώ λοιπόν θα δώσω και θα απολαύσω, και θα συντηρήσω τους συγγενείς·

Και τους υπόλοιπους θα προστατεύσω, αυτό είναι το καθήκον αυτού που συνειδητοποιεί.

96.

Δέκα χιλιάδες χρόνια, και εξακόσια χρόνια·

με λαιμό σαν κοχύλι, με μεγάλα χέρια, ο Ράμα βασίλευσε.

Η τζάτακα του Ντασαράθα, έβδομη.

462.

Η τζάτακα του Σαμβάρα (8)

97.

Γνωρίζοντας, μεγάλε βασιλιά, την ηθική σου, ο κυρίαρχος του λαού·

τιμώντας αυτούς τους πρίγκιπες, δεν σε θεώρησε κατώτερο από κανέναν.

98.

Ενώ ζούσε ο μεγάλος βασιλιάς μας, ή αφού ο θεϊκός αναχώρησε για τον ουρανό;

Οι συγγενείς τον ενέκριναν, βλέποντας το όφελος του εαυτού τους.

99.

Με ποιο καθήκον αυτοσυγκράτησης, υπερισχύεις αυτών που γεννήθηκαν μαζί σου;

Με τι δεν σε ξεπερνούν, οι ομάδες συγγενών που συγκεντρώθηκαν;

100.

Δεν φθονώ, βασιλόπουλο, τους ασκητές, τους μεγάλους σοφούς·

Προσεκτικά αυτούς προσκυνώ, τα πόδια τους υποκλίνομαι, τέτοιων.

101.

Αυτοί εμένα, αφοσιωμένο στις αρετές της Διδασκαλίας, πρόθυμο να ακούσω και χωρίς φθόνο,

οι ασκητές με συμβουλεύουν, οι σοφοί που χαίρονται στις αρετές της Διδασκαλίας.

102.

Αφού άκουσα τα λόγια τους, των ασκητών, των μεγάλων σοφών·

δεν περιφρονώ τίποτε, στη Διδασκαλία ο νους μου χαίρεται.

103.

Ελεφαντοδαμαστές, στρατιωτικοί διοικητές, αρματηλάτες, πεζοί πολεμιστές·

σε αυτούς δεν παρακρατώ την καθορισμένη τροφή και μισθό.

104.

Και έχω μεγάλους υπουργούς, συμβούλους και υπηρέτες·

εμπορεύονται με τη Μπαρανασί, με άφθονο κρέας και οινοπνευματώδη ποτά.

105.

Και επίσης έμποροι ακμαίοι, από διάφορα βασίλεια ήρθαν·

Σε αυτούς η προστασία μου είναι εξασφαλισμένη, έτσι να γνωρίζεις, Ουποσάθα.

106.

Δικαίως βεβαίως για τους συγγενείς, άσκησε τη βασιλεία, Σαμβάρα·

ευφυής και σοφός είσαι, και επίσης ευεργετικός για τους συγγενείς.

107.

Αυτόν, αυτόν περιστοιχισμένο από συγγενείς, στολισμένο με ποικίλα κοσμήματα·

οι εχθροί δεν υπερισχύουν, όπως τον Ίντρα ο άρχοντας των τιτάνων.

Η τζάτακα του Σαμβάρα, όγδοη.

463.

Η τζάτακα του Σουππάρακα (9)

108.

Αναδύονται και βυθίζονται, άνθρωποι με μύτες σαν ξυράφια·

τον Σουππάρακα αυτόν ρωτάμε, ποιος ωκεανός είναι αυτός;

109.

Των εμπόρων που αναζητούσαν πλούτη, ξεκινώντας από την Κουρουκάτσα·

Για το πλοίο που χάθηκε, λέγεται «Κουραμάλι».

110.

Όπως φωτιά ή ήλιος, ο ωκεανός φαίνεται·

τον Σουππάρακα αυτόν ρωτάμε, ποιος ωκεανός είναι αυτός;

111.

Των εμπόρων που αναζητούσαν πλούτη, ξεκινώντας από την Κουρουκάτσα·

Για το πλοίο που χάθηκε, λέγεται «Αγκιμάλι».

112.

Όπως γιαούρτι ή γάλα, ο ωκεανός φαίνεται·

τον Σουππάρακα αυτόν ρωτάμε, ποιος ωκεανός είναι αυτός;

113.

Των εμπόρων που αναζητούσαν πλούτη, ξεκινώντας από την Κουρουκάτσα·

Για το πλοίο που χάθηκε, λέγεται «Νταντιμάλι».

114.

Όπως γρασίδι ή σιτάρι, ο ωκεανός φαίνεται·

τον Σουππάρακα αυτόν ρωτάμε, ποιος ωκεανός είναι αυτός;

115.

Των εμπόρων που αναζητούσαν πλούτη, ξεκινώντας από την Κουρουκάτσα·

Για το πλοίο που χάθηκε, λέγεται «Κουσαμάλι».

116.

Όπως καλάμι ή μπαμπού, ο ωκεανός φαίνεται·

τον Σουππάρακα αυτόν ρωτάμε, ποιος ωκεανός είναι αυτός;

117.

Των εμπόρων που αναζητούσαν πλούτη, ξεκινώντας από την Κουρουκάτσα·

Για το πλοίο που χάθηκε, λέγεται «Ναλαμάλι».

118.

Μεγάλος φόβος, τρομακτικός, ακούγεται ήχος μη ανθρώπινος·

Όπως λάκκος ή γκρεμός, ο ωκεανός φαίνεται·

τον Σουππάρακα αυτόν ρωτάμε, ποιος ωκεανός είναι αυτός;

119.

Των εμπόρων που αναζητούσαν πλούτη, ξεκινώντας από την Κουρουκάτσα·

Για το πλοίο που χάθηκε, λέγεται «Μπαλαβάμουκι».

120.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, από τότε που έφτασα στη νοημοσύνη·

Δεν γνωρίζω άμεσα ότι βλάφτηκε σκόπιμα ούτε ένα έμβιο ον·

Με αυτή την αληθινή ομιλία, ας επιστρέψει το πλοίο με ασφάλεια».

Η τζάτακα του Σουππάρακα, ένατη.

Τέλος του κεφαλαίου των ένδεκα.

Αυτή είναι η σύνοψή του -

Σιριμάτα, Σουποσάκα, Νάγαβάρα, πάλι Τζουνχάκα, Ντάμμα, Ουντάγιαβάρα·

Τότε Πάνι, Γιουντανκαγιάκα και Ντασαράθα, Σαμβάρα, με τον Παραγκάτα εννέα.

Next 12. Το βιβλίο των δώδεκα
×

Σφάλμα: Η φόρμα επικοινωνίας δε βρέθηκε.

×

Προσθήκη σημειώσεων για προσωπική χρήση