10.
Η ομιλία για τη Βεραχατσάνι
133.
Κάποτε ο σεβάσμιος Ουντάγι διέμενε στην Καμαντά, στο άλσος μανγκοδέντρων του βραχμάνου Τοντέγια.
Τότε ένας νεαρός μαθητευόμενος της βραχμάνας του σογιού Βεραχατσάνι πήγε εκεί όπου ήταν ο σεβάσμιος Ουντάγι·
αφού πλησίασε, χαιρέτησε τον σεβάσμιο Ουντάγι.
Αφού ολοκλήρωσε την ευγενική και αξιομνημόνευτη συζήτηση, κάθισε στο πλάι.
Στον νεαρό που καθόταν στο πλάι, ο σεβάσμιος Ουντάγι δίδαξε, παρακίνησε, ενθάρρυνε και ευχαρίστησε με μια ομιλία για τη Διδασκαλία.
Τότε εκείνος ο νεαρός, αφού διδάχθηκε, παρακινήθηκε, ενθαρρύνθηκε και ευχαριστήθηκε από τον σεβάσμιο Ουντάγι με μια ομιλία για τη Διδασκαλία, σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε εκεί όπου ήταν η βραχμάνα του σογιού Βεραχατσάνι·
αφού πλησίασε, είπε στη βραχμάνα του σογιού Βεραχατσάνι:
«Ας γνωρίζει η κυρία!
Ο ασκητής Ουντάγι διδάσκει τη Διδασκαλία που είναι καλή στην αρχή, καλή στη μέση, καλή στο τέλος, με νόημα και φρασεολογία, και φανερώνει την άγια ζωή ολοκληρωμένη και αγνή».
«Τότε λοιπόν εσύ, νεαρέ, εκ μέρους μου πρόσκαλε τον ασκητή Ουντάγι για το αυριανό γεύμα». «Ναι, κυρία», απάντησε εκείνος ο νεαρός στη βραχμάνα του σογιού Βεραχατσάνι και πήγε εκεί όπου ήταν ο σεβάσμιος Ουντάγι· αφού πλησίασε, είπε στον σεβάσμιο Ουντάγι: «Ας αποδεχθεί, λοιπόν, ο αξιότιμος Ουντάγι το αυριανό γεύμα της συζύγου του δασκάλου μας, της βραχμάνας του σογιού Βεραχατσάνι». Ο σεβάσμιος Ουντάγι αποδέχθηκε με σιωπή. Τότε ο σεβάσμιος Ουντάγι, αφού πέρασε εκείνη η νύχτα, ντύθηκε το πρωί και παίρνοντας το κύπελλο και τους χιτώνες του, πήγε στην κατοικία της βραχμάνας του σογιού Βεραχατσάνι· αφού έφτασε, κάθισε στο προετοιμασμένο κάθισμα. Τότε η βραχμάνα του σογιού Βεραχατσάνι ιδιοχείρως ικανοποίησε και περιποιήθηκε τον σεβάσμιο Ουντάγι με εξαίσια στερεά και μαλακή τροφή. Τότε η βραχμάνα του σογιού Βεραχατσάνι, όταν ο σεβάσμιος Ουντάγι τελείωσε να τρώει και είχε απομακρύνει το χέρι του από το κύπελλο, αφού φόρεσε σανδάλια, αφού κάθισε σε υψηλό κάθισμα, αφού κάλυψε το κεφάλι της, είπε στον σεβάσμιο Ουντάγι: «Πες, ασκητή, τη Διδασκαλία». «Θα έρθει, αδελφή, ο κατάλληλος χρόνος», αφού είπε, σηκώθηκε από τη θέση του και έφυγε.
Για δεύτερη φορά εκείνος ο νεαρός πήγε εκεί όπου ήταν ο σεβάσμιος Ουντάγι· αφού πλησίασε, χαιρέτησε τον σεβάσμιο Ουντάγι. Αφού ολοκλήρωσε την ευγενική και αξιομνημόνευτη συζήτηση, κάθισε στο πλάι. Στον νεαρό που καθόταν στο πλάι, ο σεβάσμιος Ουντάγι δίδαξε, παρακίνησε, ενθάρρυνε και ευχαρίστησε με μια ομιλία για τη Διδασκαλία. Για δεύτερη φορά εκείνος ο νεαρός, αφού διδάχθηκε, παρακινήθηκε, ενθαρρύνθηκε και ευχαριστήθηκε από τον σεβάσμιο Ουντάγι με μια ομιλία για τη Διδασκαλία, σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε εκεί όπου ήταν η βραχμάνα του σογιού Βεραχατσάνι· αφού πλησίασε, είπε στη βραχμάνα του σογιού Βεραχατσάνι: «Ας γνωρίζει η κυρία! Ο ασκητής Ουντάγι διδάσκει τη Διδασκαλία που είναι καλή στην αρχή, καλή στη μέση, καλή στο τέλος, με νόημα και φρασεολογία, και φανερώνει την άγια ζωή ολοκληρωμένη και αγνή».
«Έτσι λοιπόν εσύ, νεαρέ, επαινείς τον ασκητή Ουντάγι. Ο ασκητής Ουντάγι όμως, όταν του ειπώθηκε 'πες, ασκητή, τη Διδασκαλία', αφού είπε 'θα έρθει, αδελφή, ο κατάλληλος χρόνος', σηκώθηκε από τη θέση του και έφυγε». «Διότι έτσι εσύ, κυρία, αφού φόρεσες σανδάλια, αφού κάθισες σε υψηλό κάθισμα, αφού κάλυψες το κεφάλι σου, είπες: 'πες, ασκητή, τη Διδασκαλία'. Διότι αυτοί οι αξιότιμοι σέβονται τη Διδασκαλία, είναι γεμάτοι σεβασμό για τη Διδασκαλία». «Τότε λοιπόν εσύ, νεαρέ, εκ μέρους μου πρόσκαλε τον ασκητή Ουντάγι για το αυριανό γεύμα». «Ναι, κυρία», απάντησε εκείνος ο νεαρός στη βραχμάνα του σογιού Βεραχατσάνι και πήγε εκεί όπου ήταν ο σεβάσμιος Ουντάγι· αφού πλησίασε, είπε στον σεβάσμιο Ουντάγι: «Ας αποδεχθεί, λοιπόν, ο αξιότιμος Ουντάγι το αυριανό γεύμα της συζύγου του δασκάλου μας, της βραχμάνας του σογιού Βεραχατσάνι». Ο σεβάσμιος Ουντάγι αποδέχθηκε με σιωπή.
Τότε ο σεβάσμιος Ουντάγι, αφού πέρασε εκείνη η νύχτα, ντύθηκε το πρωί και παίρνοντας το κύπελλο και τους χιτώνες του, πήγε στην κατοικία της βραχμάνας του σογιού Βεραχατσάνι· αφού έφτασε, κάθισε στο προετοιμασμένο κάθισμα. Τότε η βραχμάνα του σογιού Βεραχατσάνι ιδιοχείρως ικανοποίησε και περιποιήθηκε τον σεβάσμιο Ουντάγι με εξαίσια στερεά και μαλακή τροφή. Τότε η βραχμάνα από το σόι Βεραχατσάνι, όταν ο σεβάσμιος Ουντάγι τελείωσε να τρώει και είχε απομακρύνει το χέρι του από το κύπελλο, αφού έβγαλε τα σανδάλια της, κάθισε σε χαμηλό κάθισμα, αποκάλυψε το κεφάλι της και είπε στον σεβάσμιο Ουντάγι: «Όταν υπάρχει τι, σεβάσμιε κύριε, οι Άξιοι διακηρύσσουν την ευτυχία και τη δυστυχία· όταν δεν υπάρχει τι, οι Άξιοι δεν διακηρύσσουν την ευτυχία και τη δυστυχία;»
«Όταν υπάρχει το μάτι, αδελφή, οι Άξιοι διακηρύσσουν την ευτυχία και τη δυστυχία· όταν δεν υπάρχει το μάτι, οι Άξιοι δεν διακηρύσσουν την ευτυχία και τη δυστυχία... κ.λπ... όταν υπάρχει η γλώσσα, οι Άξιοι διακηρύσσουν την ευτυχία και τη δυστυχία· όταν δεν υπάρχει η γλώσσα, οι Άξιοι δεν διακηρύσσουν την ευτυχία και τη δυστυχία... κ.λπ... Όταν υπάρχει ο νους, οι Άξιοι διακηρύσσουν την ευτυχία και τη δυστυχία· όταν δεν υπάρχει ο νους, οι Άξιοι δεν διακηρύσσουν την ευτυχία και τη δυστυχία».
Όταν αυτό ειπώθηκε, η βραχμάνα από το σόι Βεραχατσάνι είπε στον σεβάσμιο Ουντάγι: «Θαυμάσιο, Σεβάσμιε Κύριε· θαυμάσιο, Σεβάσμιε Κύριε! Όπως, σεβάσμιε κύριε, κάποιος θα έστηνε όρθιο κάτι που είχε αναποδογυριστεί, ή θα αποκάλυπτε κάτι που ήταν κρυμμένο, ή θα έδειχνε τον δρόμο σε κάποιον που είχε χαθεί, ή θα κρατούσε μια λάμπα λαδιού στο σκοτάδι ώστε αυτοί που έχουν μάτια να δουν τα αντικείμενα· έτσι ακριβώς η Διδασκαλία έχει φανερωθεί από τον κύριο Ουντάγι με πολλούς τρόπους. Εγώ, κύριε Ουντάγι, καταφεύγω σε εκείνον τον Ευλογημένο ως καταφύγιο, και στη Διδασκαλία και στην Κοινότητα των μοναχών. Ας με θεωρεί ο κύριος Ουντάγι λαϊκή ακόλουθο που έχει καταφύγει στο καταφύγιο εφ' όρου ζωής από σήμερα και στο εξής». Δέκατη.