Loading...

Paliverse

The PaliVerse Project

A Universe of Wisdom
100%
Γραμματοσειρά
Θέμα
Πλοήγηση και Αναζήτηση

Πώς μπορώ να βοηθήσω;

Sīhanādasuttaṃ [AN 9.11, PTS 4.374–4.378]

1.

Η ομιλία για το βρυχηθμό του λιονταριού

11.More DetailsCommentaries Κάποτε ο Ευλογημένος διέμενε στη Σαβάτθι, στο άλσος του Τζέτα, στο μοναστήρι του Ανάθαπίντικα. Τότε ο σεβάσμιος Σαριπούττα πήγε προς τον Ευλογημένο· αφού πλησίασε, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο και κάθισε στο πλάι. Καθισμένος στο πλάι, ο σεβάσμιος Σαριπούττα είπε στον Ευλογημένο: «Έχω ολοκληρώσει, σεβάσμιε κύριε, την κατοικία κατά τη βροχερή εποχή στη Σαβάτθι. Επιθυμώ, σεβάσμιε κύριε, να αναχωρήσω για περιπλάνηση στην επαρχία». «Όποτε θεωρείς ότι είναι η κατάλληλη ώρα, Σαριπούττα». Τότε ο σεβάσμιος Σαριπούττα σηκώθηκε από τη θέση του, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο, τον περιήλθε κρατώντας τον στα δεξιά του και έφυγε. Τότε κάποιος μοναχός, λίγο μετά την αναχώρηση του σεβάσμιου Σαριπούττα, είπε στον Ευλογημένο: «Ο σεβάσμιος Σαριπούττα, σεβάσμιε κύριε, με προσέβαλε και αναχώρησε για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη». Τότε ο Ευλογημένος απευθύνθηκε σε κάποιον μοναχό: «Έλα εσύ, μοναχέ, εκ μέρους μου απευθύνσου στον Σαριπούττα: 'Ο Διδάσκαλος σε καλεί, φίλε Σαριπούττα'». «Ναι, σεβάσμιε κύριε», απάντησε εκείνος ο μοναχός στον Ευλογημένο και πήγε εκεί όπου ήταν ο σεβάσμιος Σαριπούττα· αφού πλησίασε, είπε στον σεβάσμιο Σαριπούττα: «Ο Διδάσκαλος σε καλεί, φίλε Σαριπούττα». «Ναι, φίλε», απάντησε ο σεβάσμιος Σαριπούττα σε εκείνον τον μοναχό.

Εκείνη την περίοδο ο σεβάσμιος Μαχαμογκαλλάνα και ο σεβάσμιος Άναντα, παίρνοντας το κλειδί, περιφέρονταν στο μοναστήρι: «Ελάτε, σεβάσμιοι, ελάτε, σεβάσμιοι! Τώρα ο σεβάσμιος Σαριπούττα θα βρυχηθεί το βρύχημα του λιονταριού μπροστά στον Ευλογημένο». Τότε ο σεβάσμιος Σαριπούττα πήγε προς τον Ευλογημένο· αφού πλησίασε, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο και κάθισε στο πλάι. Στον σεβάσμιο Σαριπούττα που καθόταν στο πλάι, ο Ευλογημένος είπε αυτό: «Εδώ, Σαριπούττα, κάποιος σύντροφος στην άγια ζωή έχει διατυπώσει παράπονο: 'Ο σεβάσμιος Σαριπούττα, σεβάσμιε κύριε, με προσέβαλε και αναχώρησε για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη'».

«Σε όποιον βέβαια, σεβάσμιε κύριε, η μνήμη επί του σώματος δεν είναι εδραιωμένη στο σώμα, αυτός εδώ θα μπορούσε να προσβάλει κάποιον σύντροφο στην άγια ζωή και να αναχωρήσει για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

«Όπως, σεβάσμιε κύριε, στη γη πετούν και καθαρά πράγματα, πετούν και ακάθαρτα πράγματα, πετούν και κόπρανα, πετούν και ούρα, πετούν και σάλιο, πετούν και πύον, πετούν και αίμα, και η γη δεν στενοχωριέται ή ντρέπεται ή αηδιάζει από αυτό· ακριβώς έτσι κι εγώ, σεβάσμιε κύριε, διαμένω με νου όμοιο με τη γη, ευρύ, εξυψωμένο, απεριόριστο, χωρίς έχθρα, χωρίς κακία. Σε όποιον βέβαια, σεβάσμιε κύριε, η μνήμη επί του σώματος δεν είναι εδραιωμένη στο σώμα, αυτός εδώ θα μπορούσε να προσβάλει κάποιον σύντροφο στην άγια ζωή και να αναχωρήσει για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

«Όπως, σεβάσμιε κύριε, στο νερό πλένουν και καθαρά πράγματα, πλένουν και ακάθαρτα πράγματα, πλένουν και κόπρανα... πλένουν και ούρα... πλένουν και σάλιο... πλένουν και πύον... πλένουν και αίμα, και το νερό δεν στενοχωριέται ή ντρέπεται ή αηδιάζει από αυτό· ακριβώς έτσι κι εγώ, σεβάσμιε κύριε, διαμένω με νου όμοιο με το νερό, ευρύ, εξυψωμένο, απεριόριστο, χωρίς έχθρα, χωρίς κακία. Σε όποιον βέβαια, σεβάσμιε κύριε, η μνήμη επί του σώματος δεν είναι εδραιωμένη στο σώμα, αυτός εδώ θα μπορούσε να προσβάλει κάποιον σύντροφο στην άγια ζωή και να αναχωρήσει για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

«Όπως, σεβάσμιε κύριε, η φωτιά καίει και καθαρά πράγματα, καίει και ακάθαρτα πράγματα, καίει και κόπρανα... πλένουν και ούρα... πλένουν και σάλιο... πλένουν και πύον... καίει και αίμα, και η φωτιά δεν στενοχωριέται ή ντρέπεται ή αηδιάζει από αυτό· ακριβώς έτσι κι εγώ, σεβάσμιε κύριε, διαμένω με νου όμοιο με τη φωτιά, ευρύ, εξυψωμένο, απεριόριστο, χωρίς έχθρα, χωρίς κακία. Σε όποιον βέβαια, σεβάσμιε κύριε, η μνήμη επί του σώματος δεν είναι εδραιωμένη στο σώμα, αυτός εδώ θα μπορούσε να προσβάλει κάποιον σύντροφο στην άγια ζωή και να αναχωρήσει για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

«Όπως, σεβάσμιε κύριε, ο αέρας φυσά πάνω και σε καθαρά πράγματα, φυσά πάνω και σε ακάθαρτα πράγματα, φυσά πάνω και σε κόπρανα... πλένουν και ούρα... πλένουν και σάλιο... πλένουν και πύον... φυσά πάνω και σε αίμα, και ο αέρας δεν στενοχωριέται ή ντρέπεται ή αηδιάζει από αυτό· ακριβώς έτσι κι εγώ, σεβάσμιε κύριε, διαμένω με νου όμοιο με τον αέρα, ευρύ, εξυψωμένο, απεριόριστο, χωρίς έχθρα, χωρίς κακία. Σε όποιον βέβαια, σεβάσμιε κύριε, η μνήμη επί του σώματος δεν είναι εδραιωμένη στο σώμα, αυτός εδώ θα μπορούσε να προσβάλει κάποιον σύντροφο στην άγια ζωή και να αναχωρήσει για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

«Όπως, σεβάσμιε κύριε, ένα πανί για σκούπισμα σκουπίζει και καθαρά πράγματα, σκουπίζει και ακάθαρτα πράγματα, σκουπίζει και κόπρανα... πλένουν και ούρα... πλένουν και σάλιο... πλένουν και πύον... σκουπίζει και αίμα, και το πανί για σκούπισμα δεν στενοχωριέται ή ντρέπεται ή αηδιάζει από αυτό· ακριβώς έτσι κι εγώ, σεβάσμιε κύριε, διαμένω με νου όμοιο με πανί για σκούπισμα, ευρύ, εξυψωμένο, απεριόριστο, χωρίς έχθρα, χωρίς κακία. Σε όποιον βέβαια, σεβάσμιε κύριε, η μνήμη επί του σώματος δεν είναι εδραιωμένη στο σώμα, αυτός εδώ θα μπορούσε να προσβάλει κάποιον σύντροφο στην άγια ζωή και να αναχωρήσει για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

«Όπως, σεβάσμιε κύριε, ένα αγόρι παρίας ή ένα κορίτσι παρίας, κρατώντας καλάθι στο χέρι, ντυμένο με κουρέλια, μπαίνοντας σε χωριό ή κωμόπολη, εισέρχεται έχοντας εδραιώσει ταπεινό νου· ακριβώς έτσι κι εγώ, σεβάσμιε κύριε, διαμένω με νου όμοιο με αγόρι παρίας ή κορίτσι παρίας, ευρύ, εξυψωμένο, απεριόριστο, χωρίς έχθρα, χωρίς κακία. Σε όποιον βέβαια, σεβάσμιε κύριε, η μνήμη επί του σώματος δεν είναι εδραιωμένη στο σώμα, αυτός εδώ θα μπορούσε να προσβάλει κάποιον σύντροφο στην άγια ζωή και να αναχωρήσει για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

«Όπως, σεβάσμιε κύριε, ένας ταύρος με κομμένα κέρατα, ήρεμος, καλά δαμασμένος, καλά πειθαρχημένος, περιφερόμενος από δρόμο σε δρόμο, από σταυροδρόμι σε σταυροδρόμι, δεν βλάπτει τίποτε ούτε με το πόδι ούτε με το κέρατο· ακριβώς έτσι κι εγώ, σεβάσμιε κύριε, διαμένω με νου όμοιο με ταύρο με κομμένα κέρατα, ευρύ, εξυψωμένο, απεριόριστο, χωρίς έχθρα, χωρίς κακία. Σε όποιον βέβαια, σεβάσμιε κύριε, η μνήμη επί του σώματος δεν είναι εδραιωμένη στο σώμα, αυτός εδώ θα μπορούσε να προσβάλει κάποιον σύντροφο στην άγια ζωή και να αναχωρήσει για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

«Όπως, σεβάσμιε κύριε, μια γυναίκα ή ένας άνδρας, νέος, νεαρός, που του αρέσει να στολίζεται, με λουσμένο κεφάλι, θα αηδίαζε, θα ντρεπόταν και θα αποστρεφόταν ένα πτώμα φιδιού ή ένα πτώμα σκύλου ή ένα πτώμα ανθρώπου κρεμασμένο στον λαιμό του· ακριβώς έτσι κι εγώ, σεβάσμιε κύριε, αηδιάζω, ντρέπομαι και αποστρέφομαι αυτό το σάπιο σώμα. Σε όποιον βέβαια, σεβάσμιε κύριε, η μνήμη επί του σώματος δεν είναι εδραιωμένη στο σώμα, αυτός εδώ θα μπορούσε να προσβάλει κάποιον σύντροφο στην άγια ζωή και να αναχωρήσει για περιπλάνηση χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

«Όπως, σεβάσμιε κύριε, ένας άνθρωπος θα κουβαλούσε ένα δοχείο με λίπος, γεμάτο τρύπες μικρές και μεγάλες, που στάζει από πάνω και τρέχει από κάτω· ακριβώς έτσι κι εγώ, σεβάσμιε κύριε, φροντίζω αυτό το σώμα, γεμάτο τρύπες μικρές και μεγάλες, που στάζει από πάνω και τρέχει από κάτω. Σε όποιον βέβαια, σεβάσμιε κύριε, η μνήμη επί του σώματος δεν θα ήταν εδραιωμένη στο σώμα, αυτός εδώ θα μπορούσε να φύγει σε περιπλάνηση αφού προσέβαλε κάποιον σύντροφο στην άγια ζωή χωρίς να ζητήσει συγχώρεση».

Τότε εκείνος ο μοναχός σηκώθηκε από τη θέση του, τακτοποίησε τον άνω χιτώνα του πάνω από τον έναν ώμο, έπεσε με το κεφάλι του στα πόδια του Ευλογημένου και είπε στον Ευλογημένο: «Ένα σφάλμα με κατέλαβε, σεβάσμιε κύριε, σαν αδαή, σαν συγχυσμένο, σαν φαύλο, που εγώ συκοφάντησα τον σεβάσμιο Σαριπούττα με ανυπόστατα, κούφια, ψευδή, αναληθή πράγματα. Ας δεχθεί ο Ευλογημένος, σεβάσμιε κύριε, το σφάλμα μου ως σφάλμα, για αυτοσυγκράτηση στο μέλλον». «Πράγματι, μοναχέ, ένα σφάλμα σε κατέλαβε σαν αδαή, σαν συγχυσμένο, σαν φαύλο, που εσύ συκοφάντησες τον Σαριπούττα με ανυπόστατα, κούφια, ψευδή, αναληθή πράγματα. Αλλά επειδή, μοναχέ, βλέποντας το σφάλμα ως σφάλμα επανορθώνεις σύμφωνα με τη Διδασκαλία, αυτό το δεχόμαστε από εσένα. Διότι αυτή είναι πρόοδος, μοναχέ, στη διαγωγή των ευγενών, όταν κάποιος βλέποντας το σφάλμα ως σφάλμα επανορθώνει σύμφωνα με τη Διδασκαλία και επιτυγχάνει αυτοσυγκράτηση στο μέλλον».

Τότε ο Ευλογημένος απευθύνθηκε στον σεβάσμιο Σαριπούττα: «Συγχώρεσε, Σαριπούττα, αυτόν τον ανόητο άνθρωπο, πριν το κεφάλι του σπάσει εδώ ακριβώς σε επτά κομμάτια». «Συγχωρώ, σεβάσμιε κύριε, εκείνον τον σεβάσμιο, αν εκείνος ο σεβάσμιος μου πει έτσι: 'Ας με συγχωρήσει κι εκείνος ο σεβάσμιος'». Πρώτο.

×

Σφάλμα: Η φόρμα επικοινωνίας δε βρέθηκε.

×

Προσθήκη σημειώσεων για προσωπική χρήση

↑