3.
Η ομιλία για τον βοσκό
33.
Έτσι έχω ακούσει -
Κάποτε ο Ευλογημένος περιπλανιόταν στους Κοσάλα με μια μεγάλη Κοινότητα μοναχών.
Τότε ο Ευλογημένος, αφού παρεξέκλινε από τον δρόμο, πήγε προς τη βάση κάποιου δένδρου·
αφού έφτασε, κάθισε στο προετοιμασμένο κάθισμα.
Τότε κάποιος βοσκός πήγε εκεί όπου ήταν ο Ευλογημένος· αφού πλησίασε, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο και κάθισε στο πλάι. Στον βοσκό που καθόταν στο πλάι, ο Ευλογημένος δίδαξε, παρακίνησε, ενθάρρυνε και ευχαρίστησε με μια ομιλία για τη Διδασκαλία.
Τότε εκείνος ο βοσκός, αφού διδάχθηκε, παρακινήθηκε, ενθαρρύνθηκε και ευχαριστήθηκε από τον Ευλογημένο με μια ομιλία για τη Διδασκαλία, είπε στον Ευλογημένο: «Ας αποδεχθεί, σεβάσμιε κύριε, ο Ευλογημένος το αυριανό γεύμα μου μαζί με την Κοινότητα των μοναχών». Ο Ευλογημένος αποδέχθηκε με σιωπή. Τότε εκείνος ο βοσκός, γνωρίζοντας τη συναίνεση του Ευλογημένου, σηκώθηκε από τη θέση του, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο, τον περιήλθε κρατώντας τον στα δεξιά του και έφυγε.
Τότε εκείνος ο βοσκός, αφού πέρασε εκείνη η νύχτα, έβαλε να ετοιμάσουν στην κατοικία του άφθονο ρυζόγαλο χωρίς νερό και φρέσκο βουτυρέλαιο, και ανακοίνωσε στον Ευλογημένο την κατάλληλη ώρα: «Είναι η ώρα, Σεβάσμιε Κύριε, το γεύμα είναι έτοιμο». Τότε ο Ευλογημένος, αφού ντύθηκε το πρωί και πήρε το κύπελλο και τους χιτώνες του, μαζί με την Κοινότητα των μοναχών πήγε στην κατοικία εκείνου του βοσκού· αφού έφτασε, κάθισε στο προετοιμασμένο κάθισμα. Τότε εκείνος ο βοσκός ιδιοχείρως ικανοποίησε και περιποιήθηκε την Κοινότητα των μοναχών με επικεφαλής τον Βούδα με ρυζόγαλο χωρίς νερό και φρέσκο βουτυρέλαιο. Τότε εκείνος ο βοσκός, όταν ο Ευλογημένος τελείωσε να τρώει και είχε απομακρύνει το χέρι του από το κύπελλο, πήρε κάποιο χαμηλό κάθισμα και κάθισε στο πλάι. Τον βοσκό που καθόταν στο πλάι, ο Ευλογημένος, αφού δίδαξε, παρακίνησε, ενθάρρυνε και ευχαρίστησε με μια ομιλία για τη Διδασκαλία, σηκώθηκε από τη θέση του και έφυγε. Τότε, λίγο μετά την αναχώρηση του Ευλογημένου, κάποιος άνθρωπος αφαίρεσε τη ζωή εκείνου του βοσκού στα σύνορα.
Τότε αρκετοί μοναχοί πήγαν εκεί όπου ήταν ο Ευλογημένος· αφού πλησίασαν, απέδωσαν σεβασμό στον Ευλογημένο και κάθισαν στο πλάι. Καθισμένοι στο πλάι, εκείνοι οι μοναχοί είπαν στον Ευλογημένο: «Ο βοσκός, σεβάσμιε κύριε, από τον οποίο σήμερα η Κοινότητα των μοναχών με επικεφαλής τον Βούδα ιδιοχείρως ικανοποιήθηκε και περιποιήθηκε με ρυζόγαλο χωρίς νερό και φρέσκο βουτυρέλαιο, εκείνος ο βοσκός, σεβάσμιε κύριε, λέγεται ότι στερήθηκε τη ζωή από κάποιον άνθρωπο στα σύνορα».
Τότε ο Ευλογημένος, κατανοώντας αυτό το νόημα, εκείνη τη στιγμή εξέφρασε αυτόν τον εμπνευσμένο λόγο:
η λανθασμένα κατευθυνόμενη συνείδηση, χειρότερα από αυτό θα του έκανε». Τρίτη.