3.
Η ομιλία για την Κισαγκοτάμι
164.
Προέλευση στη Σαβάττχι.
Τότε η μοναχή Κισαγκοταμί, αφού ντύθηκε το πρωί και πήρε το κύπελλο και τους χιτώνες της, μπήκε στη Σαβάτθι για προσφερόμενη τροφή.
Αφού περπάτησε στη Σαβάτθι για προσφερόμενη τροφή, μετά το γεύμα, έχοντας επιστρέψει από τη συλλογή τροφής, κατευθύνθηκε προς το Άντχαβανα για ημερήσια διαμονή.
Αφού μπήκε στο Άντχαβανα, κάθισε για ημερήσια διαμονή στη βάση κάποιου δένδρου.
Τότε ο Μάρα ο Κακός, θέλοντας να προκαλέσει στη μοναχή Κισαγκοταμί φόβο, τρόμο και ανατριχίλα, θέλοντας να την απομακρύνει από την αυτοσυγκέντρωση, πλησίασε τη μοναχή Κισαγκοταμί·
αφού πλησίασε, απευθύνθηκε στη μοναχή Κισαγκοταμί με στίχο:
Έχοντας πάει μόνη στη μέση του δάσους, αναζητάς άνδρα;»
Τότε στη μοναχή Κισαγκοταμί ήρθε αυτή η σκέψη: «Ποιος άραγε είναι αυτός, άνθρωπος ή πνεύμα, που λέει τον στίχο;» Τότε στη μοναχή Κισαγκοταμί ήρθε αυτή η σκέψη: «Αυτός είναι ο Μάρα ο Κακός, που θέλοντας να μου προκαλέσει φόβο, τρόμο και ανατριχίλα, θέλοντας να με απομακρύνει από την αυτοσυγκέντρωση, λέει τον στίχο».
Τότε η μοναχή Κισαγκοταμί, γνωρίζοντας «αυτός είναι ο Μάρα ο Κακός», απάντησε στον Μάρα τον Κακό με στίχους:
δεν θρηνώ, δεν κλαίω, δεν σε φοβάμαι, φίλε.
νικώντας τον στρατό του θανάτου, διαμένω χωρίς νοητικές διαφθορές».
Τότε ο Μάρα ο Κακός, «με γνωρίζει η μοναχή Κισαγκοταμί», δυστυχισμένος και καταθλιμμένος εξαφανίστηκε ακριβώς εκεί.