11.
Η ομιλία για τη Γκαγκαρά
219.
Κάποτε ο Ευλογημένος διέμενε στην Τσαμπά, στην όχθη της λιμνούλας της Γκαγκγκαρά, με μια μεγάλη Κοινότητα μοναχών, περίπου πεντακόσιους μοναχούς, και επτακόσιους λαϊκούς ακολούθους και επτακόσιες λαϊκές ακολούθους και πολλές χιλιάδες θεότητες.
Ανάμεσά τους ο Ευλογημένος υπερέλαμπε σε ομορφιά και σε φήμη.
Τότε στον σεβάσμιο Βανγκίσα ήρθε αυτή η σκέψη:
«Αυτός ο Ευλογημένος διαμένει στην Τσαμπά, στην όχθη της λιμνούλας της Γκαγκγκαρά, με μια μεγάλη Κοινότητα μοναχών, περίπου πεντακόσιους μοναχούς, και επτακόσιους λαϊκούς ακολούθους και επτακόσιες λαϊκές ακολούθους και πολλές χιλιάδες θεότητες.
Ανάμεσά τους ο Ευλογημένος υπερέλαμπε σε ομορφιά και σε φήμη.
Γιατί να μην επαινέσω τον Ευλογημένο μπροστά του με κατάλληλο στίχο;»
Τότε ο σεβάσμιος Βανγκίσα, αφού σηκώθηκε από τη θέση του, αφού τακτοποίησε τον άνω χιτώνα του πάνω από τον έναν ώμο, αφού χαιρέτησε με ενωμένες παλάμες προς την κατεύθυνση του Ευλογημένου, είπε στον Ευλογημένο: «Μου έρχεται έμπνευση, Ευλογημένε, μου έρχεται έμπνευση, Καλότυχε». «Ας σου έρθει, Βανγκίσα», είπε ο Ευλογημένος. Τότε ο σεβάσμιος Βανγκίσα επαίνεσε τον Ευλογημένο μπροστά του με κατάλληλο στίχο:
λάμπει ο ήλιος σαν να έχει απαλλαγεί από ρύπο·
έτσι και εσύ, Ανγκίρασα, μεγάλε σοφέ,
υπερλάμπεις με τη φήμη σου ολόκληρο τον κόσμο».