9.
Η ομιλία για τους ανόητους και τους σοφούς
19.
Διέμενε στη Σαβάτθι... κ.λπ...
«Για τον αδαή, μοναχοί, που είναι εμποδισμένος από το νοητικό εμπόδιο της άγνοιας και σχετιζόμενος με την επιθυμία, έτσι αυτό το σώμα έχει προέλθει.
Έτσι και αυτό το σώμα και εξωτερικά η νοητικότητα και υλικότητα, έτσι αυτή η δυάδα· εξαρτώμενη από τη δυάδα υπάρχει επαφή, οι έξι αισθητήριες βάσεις, από τις οποίες πληττόμενος ο αδαής βιώνει ευτυχία και δυστυχία ή από κάποια από αυτές».
«Για τον σοφό, μοναχοί, που είναι εμποδισμένος από το νοητικό εμπόδιο της άγνοιας και σχετιζόμενος με την επιθυμία, έτσι αυτό το σώμα έχει προέλθει. Έτσι και αυτό το σώμα και εξωτερικά η νοητικότητα και υλικότητα, έτσι αυτή η δυάδα· εξαρτώμενη από τη δυάδα υπάρχει επαφή, οι έξι αισθητήριες βάσεις, από τις οποίες πληττόμενος ο σοφός βιώνει ευτυχία και δυστυχία ή από κάποια από αυτές».
«Εκεί, μοναχοί, ποια είναι η διάκριση, ποια η ανομοιότητα, ποια η διαφορά του σοφού από τον αδαή;» «Ο Ευλογημένος είναι η ρίζα των διδασκαλιών μας, σεβάσμιε κύριε, ο Ευλογημένος είναι ο οδηγός, ο Ευλογημένος είναι το καταφύγιο. Καλώς, σεβάσμιε κύριε, ας ευδοκήσει ο ίδιος ο Ευλογημένος να εξηγήσει το νόημα αυτών που ειπώθηκαν. Αφού ακούσουν από τον Ευλογημένο, οι μοναχοί θα το θυμούνται».
«Τότε λοιπόν, μοναχοί, ακούστε, προσέχετε καλά, θα μιλήσω». «Ναι, σεβάσμιε κύριε», απάντησαν εκείνοι οι μοναχοί στον Ευλογημένο. Ο Ευλογημένος είπε αυτό:
«Από εκείνη την άγνοια από την οποία ο αδαής ήταν εμποδισμένος και από εκείνη την επιθυμία με την οποία ήταν σχετιζόμενος, αυτό το σώμα έχει προέλθει, εκείνη η άγνοια του αδαούς δεν έχει εγκαταλειφθεί και εκείνη η επιθυμία δεν έχει εξαλειφθεί. Για ποιο λόγο; Ο αδαής, μοναχοί, δεν άσκησε την άγια ζωή ορθά για την εξάλειψη του υπαρξιακού πόνου. Για αυτό το λόγο ο αδαής με την κατάρρευση του σώματος πηγαίνει σε άλλο σώμα· αυτός πηγαίνοντας σε άλλο σώμα δεν απελευθερώνεται από τη γέννηση, από το γήρας και τον θάνατο, από τις λύπες, από τους θρήνους, από τον πόνο, από τη δυσαρέσκεια, από το άγχος. Δεν απελευθερώνεται από τον υπαρξιακό πόνο, λέω.
«Από εκείνη την άγνοια από την οποία ο σοφός ήταν εμποδισμένος και από εκείνη την επιθυμία με την οποία ήταν σχετιζόμενος, αυτό το σώμα έχει προέλθει, εκείνη η άγνοια του σοφού έχει εγκαταλειφθεί και εκείνη η επιθυμία έχει εξαλειφθεί. Για ποιο λόγο; Ο σοφός, μοναχοί, άσκησε την άγια ζωή ορθά για την εξάλειψη του υπαρξιακού πόνου. Για αυτό το λόγο ο σοφός με την κατάρρευση του σώματος δεν πηγαίνει σε άλλο σώμα. Αυτός μη πηγαίνοντας σε άλλο σώμα απελευθερώνεται από τη γέννηση, από το γήρας και τον θάνατο, από τις λύπες, από τους θρήνους, από τον πόνο, από τη δυσαρέσκεια, από το άγχος. Απελευθερώνεται από τον υπαρξιακό πόνο, λέω. Αυτή, μοναχοί, είναι η διάκριση, αυτή η ανομοιότητα, αυτή η διαφορά του σοφού από τον αδαή, δηλαδή η βίωση της άγιας ζωής». Ένατη.