4.
Η ομιλία για τα επτά χρόνια ακολουθίας
160.
Έτσι έχω ακούσει -
Κάποτε ο Ευλογημένος διέμενε στην Ουρουβέλα, στην όχθη του ποταμού Νεραντζαρά, κάτω από την ινδοσυκιά του γιδοβοσκού.
Εκείνη την περίοδο ο Μάρα ο Κακός ακολουθούσε τον Ευλογημένο για επτά χρόνια, αναζητώντας ευκαιρία, χωρίς να βρίσκει ευκαιρία.
Τότε ο Μάρα ο Κακός πλησίασε τον Ευλογημένο·
αφού πλησίασε, απευθύνθηκε στον Ευλογημένο με στίχο:
μήπως έχασες περιουσία ή επιθυμείς κάτι;
Μήπως έκανες κάποιο αδίκημα στο χωριό,
γιατί δεν κάνεις φιλία με τους ανθρώπους;
Φιλία δεν επιτυγχάνεται με κανέναν για σένα».
χωρίς αδίκημα διαλογίζομαι χωρίς να θρηνώ·
έχοντας κόψει κάθε επιθυμία για ύπαρξη και λαχτάρα,
χωρίς νοητικές διαφθορές διαλογίζομαι, φίλε των απρόσεκτων».
Αν εδώ ο νους σου υπάρχει, δεν θα ξεφύγεις από μένα, ασκητή».
έτσι να γνωρίζεις, Κακέ, ούτε τον δρόμο μου θα δεις».
φύγε, πήγαινε εσύ μόνος, γιατί καθοδηγείς άλλους;»
σε αυτούς, όταν ρωτιέμαι, εξηγώ αυτό που είναι αλήθεια, αυτό που είναι χωρίς προσκολλήσεις».
«Όπως, σεβάσμιε κύριε, κοντά σε ένα χωριό ή μια κωμόπολη υπάρχει μια λιμνούλα. Εκεί θα υπήρχε ένα καβούρι. Τότε, σεβάσμιε κύριε, πολλά αγόρια ή κορίτσια, αφού έβγαιναν από εκείνο το χωριό ή την κωμόπολη, θα κατευθύνονταν προς εκείνη τη λιμνούλα· αφού πλησίαζαν, θα έβγαζαν εκείνο το καβούρι από το νερό και θα το τοποθετούσαν στη στεριά. Όποια δαγκάνα κι αν άπλωνε, σεβάσμιε κύριε, εκείνο το καβούρι, εκείνη ακριβώς τη δαγκάνα εκείνα τα αγόρια ή τα κορίτσια με ξύλο ή με κεραμίδι θα την έκοβαν, θα τη συνέτριβαν, θα τη θρυμμάτιζαν. Έτσι λοιπόν, σεβάσμιε κύριε, εκείνο το καβούρι με όλες τις δαγκάνες του κομμένες, συντριμμένες, θρυμματισμένες, θα ήταν ανίκανο να μπει σε εκείνη τη λιμνούλα. Ακριβώς έτσι, σεβάσμιε κύριε, όσες ήταν οι στρεβλώσεις, οι παραπλανήσεις, οι σπασμωδικές κινήσεις, όλες αυτές έχουν αποκοπεί, συντριφτεί, θρυμματιστεί από τον Ευλογημένο. Ανίκανος τώρα είμαι, σεβάσμιε κύριε, να πλησιάσω πάλι τον Ευλογημένο, δηλαδή αναζητώντας ευκαιρία». Τότε ο Μάρα ο Κακός είπε αυτούς τους στίχους αποθάρρυνσης κοντά στον Ευλογημένο:
Μήπως εδώ κάτι μαλακό βρούμε, μήπως υπάρξει απόλαυση.
Όπως κοράκι που συνάντησε βράχο, αποθαρρημένοι φεύγουμε, Γκόταμα».