9.
Η πρώτη ομιλία για τον Ντάμπα
79.
Έτσι έχω ακούσει -
Κάποτε ο Ευλογημένος διέμενε στο Ρατζάγκαχα, στο Άλσος των Μπαμπού, στο καταφύγιο σίτισης σκιούρων.
Τότε ο σεβάσμιος Ντάμπα, γιος των Μάλλα, πλησίασε τον Ευλογημένο·
αφού πλησίασε, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο και κάθισε στο πλάι.
Καθισμένος στο πλάι, ο σεβάσμιος Ντάμπα, γιος των Μάλλα, είπε στον Ευλογημένο:
«Τώρα είναι ο χρόνος για το τελικό Νιμπάνα μου, Καλότυχε».
«Όποτε θεωρείς ότι είναι η κατάλληλη ώρα, Ντάμπα».
Τότε ο σεβάσμιος Ντάμπα, γιος των Μάλλα, σηκώθηκε από τη θέση του, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο, τον περιήλθε κρατώντας τον στα δεξιά του, ανέβηκε στον αέρα, κάθισε με διασταυρωμένα πόδια στον ουρανό, στο μεσουράνημα, αφού επέτυχε το θερμό στοιχείο και αναδύθηκε, επέτυχε το τελικό Νιμπάνα.
Τότε, καθώς το σώμα του σεβάσμιου Ντάμπα, γιου των Μάλλα, που είχε ανέβει στον αέρα, είχε καθίσει με διασταυρωμένα πόδια στον ουρανό, στο μεσουράνημα, είχε επιτύχει το θερμό στοιχείο, είχε αναδυθεί και είχε επιτύχει το τελικό Νιμπάνα, καιγόταν και φλεγόταν, ούτε στάχτη εμφανίστηκε ούτε αιθάλη. Όπως ακριβώς όταν καίγεται και φλέγεται βουτυρέλαιο ή λάδι, ούτε στάχτη εμφανίζεται ούτε αιθάλη· ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, καθώς το σώμα του σεβάσμιου Ντάμπα, γιου των Μάλλα, που είχε ανέβει στον αέρα, είχε καθίσει με διασταυρωμένα πόδια στον ουρανό, στο μεσουράνημα, είχε επιτύχει το θερμό στοιχείο, είχε αναδυθεί και είχε επιτύχει το τελικό Νιμπάνα, καιγόταν και φλεγόταν, ούτε στάχτη εμφανίστηκε ούτε αιθάλη.
Τότε ο Ευλογημένος, κατανοώντας αυτό το νόημα, εκείνη τη στιγμή εξέφρασε αυτόν τον εμπνευσμένο λόγο:
τα αισθήματα δρόσισαν όλα·
κατευνάστηκαν οι δραστηριότητες,
η συνείδηση έφτασε στο τέλος της». Ένατη.