Loading...

Paliverse

The PaliVerse Project

A Universe of Wisdom
100%
Γραμματοσειρά
Θέμα
Πλοήγηση και Αναζήτηση

Πώς μπορώ να βοηθήσω;

Māradhītusuttaṃ [SN 4.25, PTS 1.125–1.127]

5.

Η ομιλία για τις κόρες του Μάρα

161.More DetailsCommentaries Τότε ο Μάρα ο Κακός, αφού είπε αυτούς τους στίχους αποθάρρυνσης κοντά στον Ευλογημένο, αποχωρώντας από εκείνη τη θέση, κάθισε με διασταυρωμένα πόδια στη γη όχι μακριά από τον Ευλογημένο, σιωπηλός, ντροπιασμένος, με σκυμμένους ώμους, με το κεφάλι κάτω, σκεπτόμενος βαθιά, χωρίς οξυδέρκεια, χαράζοντας το έδαφος με ξύλο. Τότε η Επιθυμία και η Δυσαρέσκεια και η Λαγνεία, οι κόρες του Μάρα, πήγαν εκεί όπου ήταν ο Μάρα ο Κακός· αφού πλησίασαν, απευθύνθηκαν στον Μάρα τον Κακό με στίχο:

«Γιατί είσαι καταθλιμμένος, πατέρα, για ποιον άνθρωπο θλίβεσαι;

Εμείς αυτόν με τη θηλιά του πάθους, όπως έναν άγριο ελέφαντα,

αφού τον δέσουμε θα τον φέρουμε, θα γίνει υποταγμένος σε σένα».

«Ο Άξιος, ο Καλότυχος στον κόσμο, δεν οδηγείται εύκολα με το πάθος·

έχει υπερβεί την κυριαρχία του Μάρα, για αυτό θλίβομαι πολύ».

Τότε η Επιθυμία και η Δυσαρέσκεια και η Λαγνεία, οι κόρες του Μάρα, πήγαν εκεί όπου ήταν ο Ευλογημένος· αφού πλησίασαν, είπαν στον Ευλογημένο: «Τα πόδια σου, ασκητή, θα υπηρετήσουμε». Τότε ο Ευλογημένος δεν έδωσε προσοχή, όπως αυτός που είναι απελευθερωμένος με την ανυπέρβλητη εξάλειψη της προσκόλλησης.

Τότε η Επιθυμία και η Δυσαρέσκεια και η Λαγνεία, οι κόρες του Μάρα, αποχωρώντας στο πλάι, σκέφτηκαν μαζί έτσι: «Ποικίλες είναι οι προτιμήσεις των ανθρώπων. Γιατί να μην δημιουργήσουμε εκατό εκατοντάδες μορφές νεαρών κοριτσιών η καθεμία». Τότε η Επιθυμία και η Δυσαρέσκεια και η Λαγνεία, οι κόρες του Μάρα, αφού δημιούργησαν εκατό εκατοντάδες μορφές νεαρών κοριτσιών η καθεμία, πήγαν εκεί όπου ήταν ο Ευλογημένος· αφού πλησίασαν, είπαν στον Ευλογημένο: «Τα πόδια σου, ασκητή, θα υπηρετήσουμε». Ούτε αυτό ο Ευλογημένος δεν έδωσε προσοχή, όπως αυτός που είναι απελευθερωμένος με την ανυπέρβλητη εξάλειψη της προσκόλλησης.

Τότε η Επιθυμία και η Δυσαρέσκεια και η Λαγνεία, οι κόρες του Μάρα, αποχωρώντας στο πλάι, σκέφτηκαν μαζί έτσι: «Ποικίλες είναι οι προτιμήσεις των ανθρώπων. Γιατί να μην δημιουργήσουμε εκατό εκατοντάδες μορφές γυναικών που δεν έχουν γεννήσει η καθεμία». Τότε η Επιθυμία και η Δυσαρέσκεια και η Λαγνεία, οι κόρες του Μάρα, αφού δημιούργησαν εκατό εκατοντάδες μορφές γυναικών που δεν έχουν γεννήσει η καθεμία, πήγαν εκεί όπου ήταν ο Ευλογημένος· αφού πλησίασαν, είπαν στον Ευλογημένο: «Τα πόδια σου, ασκητή, θα υπηρετήσουμε». Ούτε αυτό ο Ευλογημένος δεν έδωσε προσοχή, όπως αυτός που είναι απελευθερωμένος με την ανυπέρβλητη εξάλειψη της προσκόλλησης.

Τότε η Επιθυμία και... κ.λπ... γιατί να μην δημιουργήσουμε εκατό εκατοντάδες μορφές γυναικών που έχουν γεννήσει μία φορά η καθεμία. Τότε η Επιθυμία και... κ.λπ... αφού δημιούργησαν εκατό μορφές γυναικών που έχουν γεννήσει μία φορά, πήγαν εκεί όπου ήταν ο Ευλογημένος· αφού πλησίασαν, είπαν στον Ευλογημένο: «Τα πόδια σου, ασκητή, θα υπηρετήσουμε». Ούτε αυτό ο Ευλογημένος δεν έδωσε προσοχή, όπως αυτός που είναι απελευθερωμένος με την ανυπέρβλητη εξάλειψη της προσκόλλησης.

Τότε η Επιθυμία και... κ.λπ... γιατί να μην δημιουργήσουμε εμείς εκατό εκατό, εκατό μορφές γυναικών που έχουν γεννήσει δύο φορές. Τότε η Επιθυμία και... κ.λπ... αφού δημιούργησαν εκατό μορφές γυναικών που έχουν γεννήσει δύο φορές, πήγαν εκεί όπου ήταν ο Ευλογημένος... κ.λπ... όπως κάποιος απελευθερωμένος με την ανυπέρβλητη εξάλειψη της προσκόλλησης. Τότε η Επιθυμία και... κ.λπ... γιατί να μην δημιουργήσουμε εκατό μορφές μεσήλικων γυναικών. Τότε η Επιθυμία και... κ.λπ... αφού δημιούργησαν εκατό μορφές μεσήλικων γυναικών... κ.λπ... απελευθερωμένος με την ανυπέρβλητη εξάλειψη της προσκόλλησης.

Τότε η Επιθυμία και... κ.λπ... γιατί να μην δημιουργήσουμε εκατό μορφές ηλικιωμένων γυναικών. Τότε η Επιθυμία και... κ.λπ... αφού δημιούργησαν εκατό μορφές ηλικιωμένων γυναικών, πήγαν εκεί όπου ήταν ο Ευλογημένος... κ.λπ... απελευθερωμένος με την ανυπέρβλητη εξάλειψη της προσκόλλησης. Τότε η Επιθυμία και η Δυσαρέσκεια και η Λαγνεία, οι κόρες του Μάρα, αποχώρησαν στο πλάι και είπαν αυτό: ο πατέρας μας λοιπόν είπε αλήθεια -

«Ο Άξιος, ο Καλότυχος στον κόσμο, δεν οδηγείται εύκολα με το πάθος·

έχει υπερβεί την κυριαρχία του Μάρα, για αυτό θλίβομαι πολύ».

«Αν εμείς πλησιάζαμε με αυτή την προσπάθεια κάποιον ασκητή ή βραχμάνο που δεν είναι χωρίς πάθος, η καρδιά του θα έσκαγε, ή ζεστό αίμα θα ανέβλυζε από το στόμα του, ή θα έφτανε στην τρέλα ή στη νοητική διατάραξη. Όπως ακριβώς ένα πράσινο καλάμι κομμένο μαραίνεται, ξεραίνεται, χάνει τη ζωντάνια του· ακριβώς έτσι θα μαραινόταν, θα ξεραινόταν, θα έχανε τη ζωντάνια του».

Τότε η Επιθυμία και η Δυσαρέσκεια και η Λαγνεία, οι κόρες του Μάρα, πήγαν εκεί όπου ήταν ο Ευλογημένος· αφού πλησίασαν, στάθηκαν στο πλάι. Στεκόμενη στο πλάι, η Επιθυμία, η κόρη του Μάρα, απευθύνθηκε στον Ευλογημένο με στίχο:

«Μήπως βυθισμένος στη λύπη διαλογίζεσαι στο δάσος,

μήπως έχασες περιουσία ή επιθυμείς κάτι;

Μήπως έκανες κάποιο αδίκημα στο χωριό,

γιατί δεν κάνεις φιλία με τους ανθρώπους;

Φιλία δεν επιτυγχάνεται με κανέναν για σένα».

«Την επίτευξη του σκοπού, την ειρήνη της καρδιάς,

νικώντας τον στρατό του αγαπητού και ευχάριστου·

εγώ μόνος διαλογιζόμενος βίωσα την ευτυχία,

για αυτό δεν κάνω φιλία με τους ανθρώπους·

φιλία δεν επιτυγχάνεται με κανέναν για μένα».

Τότε η Αρατί, κόρη του Μάρα, απευθύνθηκε στον Ευλογημένο με στίχο:

«Πώς διαμένοντας συχνά εδώ ένας μοναχός,

έχοντας διαβεί τις πέντε νοητικές πλημμύρες διέβη εδώ και την έκτη;

Πώς διαλογιζόμενο συχνά οι ηδονικές αντιλήψεις,

μένουν έξω χωρίς να τον πιάσουν;»

«Με γαλήνιο σώμα, με καλά απελευθερωμένο νου,

χωρίς να δημιουργεί δραστηριότητες, μνήμων, χωρίς κατοικία·

έχοντας γνωρίσει τη Διδασκαλία, διαλογιστής χωρίς λογισμό,

δεν θυμώνει, δεν θυμάται, δεν είναι νωθρός.

«Έτσι διαμένοντας συχνά εδώ ένας μοναχός,

έχοντας διαβεί τις πέντε νοητικές πλημμύρες διέβη εδώ και την έκτη;

έτσι διαλογιζόμενο συχνά οι ηδονικές αντιλήψεις,

μένουν έξω χωρίς να τον πιάσουν;»

Τότε η Ραγκά, κόρη του Μάρα, απευθύνθηκε στον Ευλογημένο κοντά του με στίχο:

«Έχοντας κόψει την επιθυμία, αυτός που περιφέρεται με ομάδες και την Κοινότητα,

σίγουρα θα ακολουθήσουν πολλοί με πίστη·

πολλούς πράγματι αυτός χωρίς κατοικία,

έχοντας κόψει θα οδηγήσει στην πέρα όχθη του βασιλιά του θανάτου».

«Οδηγούν πράγματι οι μεγάλοι ήρωες, με την Άριστη Διδασκαλία οι Τατχάγκατα·

σε αυτούς που οδηγούνται με τη Διδασκαλία, ποια ζήλια για τους γνωρίζοντες;»

Τότε η Τανχά και η Αρατί και η Ραγκά, οι κόρες του Μάρα, πήγαν προς τον Μάρα τον Κακό. Ο Μάρα ο Κακός είδε την Τανχά και την Αρατί και την Ραγκά, τις κόρες του Μάρα, να έρχονται από μακριά. Αφού τις είδε, τις προσφώνησε με στίχους:

«Ανόητες, με μίσχους νούφαρων το βουνό τρίβετε·

το όρος με νύχι σκάβετε, σίδερο με δόντια μασάτε.

«Σαν να σηκώνετε βράχο με το κεφάλι, αναζητώντας έδαφος στον κάτω κόσμο·

σαν να χτυπάτε κούτσουρο με το στήθος, απομακρυνθείτε απογοητευμένες από τον Γκόταμα».

«Λάμποντας ήρθαν, η Επιθυμία και η Δυσαρέσκεια και η Λαγνεία·

αυτές εκεί τις απομάκρυνε ο Διδάσκαλος, όπως ο άνεμος το βαμβάκι που έπεσε».

×

Σφάλμα: Η φόρμα επικοινωνίας δε βρέθηκε.

×

Προσθήκη σημειώσεων για προσωπική χρήση

↑