10.
Η ομιλία για τον Κουμπχάντα
211.
«Εδώ εγώ, φίλε, κατεβαίνοντας από το όρος Γκιτζτζακούτα, είδα έναν άνθρωπο με όρχεις σαν στάμνες να πηγαίνει στον αέρα.
Αυτός καθώς πηγαίνει, πηγαίνει έχοντας ανεβάσει αυτούς τους όρχεις στους ώμους.
Και καθώς κάθεται, κάθεται πάνω σε αυτούς τους όρχεις.
Και γύπες και κοράκια και γεράκια, ακολουθώντας το ξανά και ξανά, το ράμφιζαν, το ξέσκιζαν.
Αυτός έβγαζε κραυγές πόνου... κ.λπ...
Αυτό το ον, μοναχοί, σε αυτό ακριβώς το Ρατζάγκαχα ήταν απατεώνας του χωριού... κ.λπ...
Δέκατη.