4.
Η δεύτερη ομιλία για τα όντα
64.
Έτσι έχω ακούσει -
Κάποτε ο Ευλογημένος διέμενε στη Σαβάτθι, στο άλσος του Τζέτα, στο μοναστήρι του Ανάθαπίντικα.
Εκείνη την περίοδο οι άνθρωποι της Σαβάτθι ως επί το πλείστον ζούσαν προσκολλημένοι στις ηδονές, γεμάτοι πάθος, άπληστοι, δεμένοι, μαγεμένοι, βυθισμένοι, τυφλωμένοι, μεθυσμένοι από τις ηδονές.
Τότε ο Ευλογημένος, αφού ντύθηκε το πρωί και πήρε το κύπελλο και τους χιτώνες του, μπήκε στη Σαβάτθι για προσφερόμενη τροφή. Ο Ευλογημένος είδε εκείνους τους ανθρώπους της Σαβάτθι ως επί το πλείστον να ζουν προσκολλημένοι στις ηδονές, γεμάτοι πάθος, άπληστοι, δεμένοι, μαγεμένοι, βυθισμένοι, τυφλωμένοι, μεθυσμένοι από τις ηδονές.
Τότε ο Ευλογημένος, κατανοώντας αυτό το νόημα, εκείνη τη στιγμή εξέφρασε αυτόν τον εμπνευσμένο λόγο:
δεμένοι από τον συγγενή των απρόσεκτων, όπως τα ψάρια στο στόμα της παγίδας·
ακολουθούν το γήρας και τον θάνατο, όπως το μοσχάρι που θηλάζει γάλα ακολουθεί τη μητέρα του». Τέταρτο.